γαργάρισμα

γαργάρισμα
το , γαργάρισμός ο
1) см. γαργάρα; 2) журчанье

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "γαργάρισμα" в других словарях:

  • γαργάρισμα — το 1. η γαργάρα. 2. το κελάρυσμα: Το γαργάρισμα του νερού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γαργάρισμα — το [γαργαρίζω] 1. ο γαργαρισμός* 2. το κελάρυσμα τού νερού …   Dictionary of Greek

  • gargarismo — (Del gr. gargarismos.) ► sustantivo masculino 1 Acción de hacer gárgaras. 2 FARMACIA Medicamento líquido usado para hacer gárgaras. SINÓNIMO colutorio * * * gargarismo (del lat. «gargarisma», del sup. gr. «gargárisma») 1 (pl.) m. Gárgaras. 2… …   Enciclopedia Universal

  • κελάρυσμα — το (Α κελάρυσμα) [κελαρύζω] 1. ο ήχος τον οποίο κάνει το νερό που αναβλύζει ή τρέχει, μουρμουρητό, γαργάρισμα 2. κάθε ήχος παρόμοιος με τον ήχο τού νερού που αναβλύζει ή τρέχει …   Dictionary of Greek

  • gargarismo — (Del lat. gargarisma, y este del gr. *γαργάρισμα). 1. m. Acción de gargarizar. 2. Licor que sirve para hacer gárgaras …   Diccionario de la lengua española


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»